Απεράθου. Απλωμένο σε υψόμετρο 650 μέτρων στους ανατολικούς πρόποδες του Φαναριού μοιάζει να αγναντεύει από ψηλά ότι βρίσκεται γύρω του. Ήρεμο μες την αγριάδα του, ζεστό και πανέμορφο κρύβεται μες στον χρόνο, καλύπτει τα ίχνη του. Η ιστορία του αποτελεί ένα μυστήριο, αλλά και το όνομά του το ίδιο. Σε ένα συμφωνούν όσοι ιστορικοί καταπιάστηκαν με την μελέτη του: Το Απεράθου σφύζει από ζωή από τους αρχαιότατους χρόνους. Κατάφερε να κρατηθεί όρθιο μέσα σε όλες τις φουρτούνες που το χτύπησαν, να ξεπερνάει φτώχειες, πολέμους και καταστροφές και να συνεχίζει να κάνει αυτό που ξέρει τόσο καλά: να συνεχίζει να ζει δυνατό.

 

Απεράθου.  Μια θεληματική ύπαρξη, που ταξιδεύει ασταμάτητα και ακούραστα μέσα στο χρόνο. Ένα μοναδικό χωριό που έχει μάθει τους κατοίκους του να είναι τραχείς και σκληροί, μα συνάμα καλοσυνάτοι. Πάνω από όλα όμως να είναι αγνοί και γνήσιοι. Ευαίσθητοι. Με μια αξιοπρόσεχτη ευκολία μπορούν να συνθέσουν τραγούδια δίστιχα, με τα οποία εκφράζουν την λύπη, το θρήνο, τη χαρά, την αγάπη τους. Ένα μοναδικό χωριό που έχει διδάξει τους κατοίκους του πώς να φανερώσουν τον μικρό ποιητή, που κρύβεται μέσα τους. Απεράθου. Ένα πέτρινο, κάτασπρο μυστήριο. Τα μικρά πλακόστρωτα σοκάκια, τα στιαστά με τα ξύλινα, σαρακοφαγωμένα δοκάρια, τα βόρτα, τα αδιέξοδα καλντερίμια, και τα σπίτια, τα χτισμένα τόσο κοντά το ένα στο άλλο, τα σπίτια που γέρνουν από το βάρος του χρόνου και της ιστορίας τους, που θαρρείς ότι θα αγκαλιαστούν οι αντικρινές ταράτσες τους, κρατάνε άλυτο το μυστήριο αυτό. Ο δαίδαλος, που σχηματίζει τα δρομάκια του και έκπληξη αισθάνεται κανείς, όταν χάνεται και όταν πάλι στην επόμενη στροφή βρίσκεται σε μέρη γνώριμα, αποκαλύπτουν τα πολλά πρόσωπα του χωριού, τη γεμάτη ομορφιά προσωπικότητά του.

 

Οι Απεραθίτες, γεννημένοι από τα σπλάχνα του ίδιου του χωριού, μεγαλωμένοι με τα ήθη και τα έθιμά του, με την έννοια της τιμής, της ηθικής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πρώτες από όλες τις αξίες τους και με αυτή την γλώσσα, την ζεστή, την ποιητική, τη ζωντανή την γεμάτη μουσικότητα. Η γλώσσα που μιλιέται από γενιά σε γενιά, που δείχνει αθάνατη, πλούσια με όλους τους ιδιωματισμούς της, η γλώσσα που μόλις μπεις στο άδυτο του χωριού σε έλκει κοντά της, πάνω της. Μέσα της. Και δεν σε αφήνει να φύγεις, αν δεν σιγουρευτεί πως κάτι κέρδισες, πώς κάτι πήρες και εσύ από τα πλούτη της.

 

Απεράθου. Ένα χωριό που αντιστάθηκε σε όλους τους πολέμους, σε όλους τους φασισμούς. Ένα χωριό που θυσίασε πολλά παιδιά του στον αγώνα για ελευθερία και ποιοτική ζωή. Που δεν λογάριασε πόνο και απώλεια, μπροστά στις μοναδικές ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν να ανεβεί ένα ακόμα σκαλί στην ατελείωτη σκάλα της ζωής. Που στην πάροδο τόσων χρόνων κυοφόρησε δεκάδες επιστήμονες, ποιητές, ζωγράφους και γλύπτες, γνωστούς και άσημους. Που στην πάροδο της ιστορίας γέννησε κάτι σπάνιο πια: αληθινούς ανθρώπους. Η ρότα που χάραξε αυτή η ταξιδιάρα ύπαρξη είναι άγνωστη. Κανείς δεν μπόρεσε να ψάξει στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου τα ίχνη της. Μόνο λίγα σημάδια εδώ και εκεί, στους τοίχους, στα μόρσα, στις αθάνατες πλάκες φανερώνουν την αδυσώπητη αλήθεια: η ύπαρξη συνεχίζει να χαράσσει τη ρότα της, συνεχίζει να ταξιδεύει, αν και ξέρεις πως έχει βρει την Ιθάκη της. Έχει βρει την αιωνιότητα.